Αναμνήσεις...
Γράφει ο/η Κώστας Απέργης   
22.01.14

Γνωριμία του καλοκαιριού η ερίτιμος κ. Ισμήνη  Καλαφάτη-Πολίτη (κόρη της Μαντίνας, ιδιοκτήτριας του ομώνυμου ζαχαροπλαστείου στην Πιάτσα, για μας τους παλιότερους), η οποία διαμένει μόνιμα στην Αγγλία, δεν παραλείπει όμως να επισκέπτεται τη γενέθλια γη το καλοκαίρι και να περνά ένα μήνα στη μαγευτική Δασιά.

Εκεί στου Κάνταρου λοιπόν, μετά το μπάνιο της ,παρέα με την κόρη της και το γαμπρό της, συζητεί, αστειεύεται, με ένα προσωπικό μπρίο και κυρίως θυμάται και διηγείται σε φίλους, φίλες και γνωριμίες περιστασιακές της παραλίας, ιστορίες και εικόνες μιας Κέρκυρας που δεν υπάρχει πια, μιας Κέρκυρας των παιδικών της χρόνων, πριν 75 χρόνια.

Ανάμεσα στα πολλά και τα χρόνια που παραθέριζε οικογενειακώς στον Ύψο, όπου η οικογένεια είχε σπίτι.

Αλλά ας αφήσουμε την ίδια να διηγηθεί όσα θυμάται μέσα από ένα κείμενο που είχε την καλοσύνη να μου δώσει το περασμένο καλοκαίρι, Ιούλιο  του 2013...

                                                               ΥΨΟΣ

 «Σήμερα 30\4\2004 αρχίζω να γράφω την ιστορία πώς ήταν εδώ και 75 χρόνια από εκεί που ήταν το κτήμα του Πιέρρη έως και το Πυργί.

Τότε εις το μικρό το λιμανάκι, που είναι εις τη γωνία ήταν μία εκκλησία (Αγία Παρασκευή), αστυνομικός σταθμός, το σπίτι του Κουλούρη, του Πανηπέρη, ενός άλλου που τον έλεγαν γιατρό και του Φαϊτά που ήταν εστιατόριο.

Εις το λιμανάκι ήταν αγκυροβολημένο ένα πλοίο, που εκατέβαινε ο βασιλέας ο Παύλος με την οικογένεια και πηγαίνανε εις την Ήπειρο για κυνήγι, γιατί το καλοκαίρι εκαθότανε εις το κτήμα Μπιμπέλι.

Εις το λιμανάκι αυτό κάθε βράδυ εκατέβαιναν γυναίκες από τα χωριά και έπλεναν κουβέρτες και χαλιά και όλη νύχτα τραγουδούσαν. Εμείς τις ακούγαμε, γιατί πριν χτίσει το σπίτι ο πατέρας μου, είχαμε νοικιασμένο εις του λεγόμενου γιατρού.

Τώρα περνάμε στο δρόμο που έρχεται από την χώραν.

¨Ηταν ένας μεγάλος τοίχος και πίσω ήταν κτήματα του  Μπιμπέλη και εκαθότανε ο Τσικουνάης με τη γυναίκα του και είχε και πολλά παιδιά (δεν θυμάμαι πόσα).

 Όταν έκτισε το σπίτι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου, ήτανε το πρώτο εξοχικό εις τον Ύψο και είχαμε τον Τσικουνάη  σαν κηπουρό.

Εγώ θυμάμαι που βάλαμε το θεμέλιο και ήταν ο παπα-Γιώργης και ήτανε και Μεγάλη Παρασκευή και φάγαμε τον κόκορα.

Τώρα γυρίζω εις το σπίτι του Τσικουνάη. Ήταν το σπίτι του Φαϊτά που είχε σα λουτρουβιό, μετά ήταν αμπέλια πολλά και μετά ήταν το σπίτι από τα αδέλφια Γιάννη και Βασίλη Φαϊτά που νοίκιαζαν δωμάτια και από κάτω ήταν καφενείο. Μετά έκτισαν σπίτι εις τα αριστερά και εκάθησε η Γιολάντα με τον Βασίλη και εις το μεγάλο σπίτι εκάθησε ο Γιάννης με την Κική.

Ο Βασίλης είχε δύο παιδιά, το Νικολάρα και τον άλλο δεν τον θυμάμαι, Ο Γιάννης είχε ένα γιο και μια κόρη.

Πίσω από το σπίτι είχανε καμίνι που έκαναν τούβλα. Εκεί ήταν και το σπίτι μας. Εγώ εκαθόμουν το καλοκαίρι περίπου δυο μήνες. Εμπρός από το σπίτι μου ήταν το σπίτι  του Ρόδου που είχε τη Σταματέλλα και έκαμαν 3 κόρες.

Μετά ήταν ένα μεγάλο οικόπεδο με ελιές, μετά ήταν του Βέκια που ενοίκιαζε δωμάτια και είχε και καφενείο. Εις το επάνω πάτωμα καθόταν ο Τριμέρης με τα πεθερικά του και είχαν και μωρό. Ήταν διευθυντής της Εμπορικής Σχολής. Ο Βέκιας δεν είχε παιδιά και έφερε τον ανιψιό του τον Τζώρτζη, ο οποίος παντρεύτηκε και έκαμε δύο παιδιά. Νομίζω ήταν από το Σωκράκι.

Μετά ήταν ένα μικρό οικόπεδο και ήταν ένα μαγαζάκι που πουλούσε ψωμί και στη συνέχεια τα ξενοδοχεία, ένα του Κάνταρου και το άλλο του Ζερβόπουλου. Του Κάνταρου ήταν δύο αδέλφια, ο Τσάντος και ο Σπύρος και ένας άλλος αδελφός που ήταν εις την Αμερικήν.

Τα ξενοδοχεία αυτά ενοίκιαζαν δωμάτια και είχαν και εξέδρες εις την θάλασσαν που έτρωγε ο κόσμος. Είχαν πάντα πολλή δουλειά, γιατί τότε ερχόταν και από την Αίγυπτο. Τα ξέρω αυτά γιατί έμεινα και εγώ εις του Κάνταρου.

Παρακάτω ήταν διάφορα κτήματα και ένα σπίτι του Μουρτίκα (ήταν απόστρατος αξιωματικός). Πίσω από του Μουρτίκα άλλα κτήματα με κάτι μικρόσπιτα, όπου εκαθόταν ο Πρίφτης (απόστρατος αξιωματικός) με τη γυναίκα του την κυρία Μαρία. Δεν είχαν παιδιά και υιοθέτησαν ένα κορίτσι την Πετρονία. Έπειτα πάλι κτήματα και προς το μέρος της θάλασσας ένα μικρό λιμανάκι.

Εις το τέλος σπίτια διάφορα και μαγαζιά.

Στο γωνιαίο σπίτι εκαθότανε η κυρία Βοβολίνη. Ήταν φίλη της μητέρας μου και ερχόταν το απόγευμα για επίσκεψη εις το σπίτι μας, αλλά ήταν άτυχη. Την εσκότωσε ένας νέος για να την κλέψει.

Πάνω από το μέρος που εκαθότανε ο Τσικουνάης ήταν ένας λόφος. Τον έλεγαν Βίγλα και ήταν εκεί ένα σπίτι όπου εκαθότανε μια γριά και είχε έναν εγγονό που τον εσπούδαζε. Τον έλεγαν Ανδρέα Τσιμπούλη. Είχε και δυο αδελφές. Η μια από αυτές είχε ένα σημάδι στο πρόσωπο.

Εκεί που άρχιζε ο Ύψος κυκλοφορούσαν δύο τύποι. Τον ένα τον έλεγαν Λάδε και τον άλλο Κοτσιφό. Ο Λάδες έκανε διάφορα θελήματα και ο Κοτσιφός ήταν ψαράς. Ψάρευε. Είχε πολλά παιδιά και πουλούσε ψάρια. Τότε βγαίνανε και τράτες και παίρναμε φρέσκο ψάρι. Πάνε αυτά τώρα...

Εμπρός εις το σπίτι μας είχα έναν κορίτο και είχε γραμμένο το όνομά μου, <Ισμήνη>. Αυτά τα χρόνια ήταν τα καλύτερα από τη ζωήν μου. Ξεγνοιασιά και όχι ευθύνες... Μια φορά μάλιστα έσωσα  και ένα παιδί από πνιγμό. Είχε έλθει με τη μητέρα του από τα Γιάννενα για διακοπές. Δεν ήξερα μπάνιο. Εγώ ήμουνα ψάρι. Η μητέρα του το θυμότανε και όταν ερχόταν εις την Κέρκυρα περνούσε πάντα από τη μαμά μου.

Αυτός που εσκότωσε την κυρία Μαρία είχε δικηγόρο το Μπαλό και πήρε φυλακήν 20 χρόνια τα οποία και έκαμε. Μετά που βγήκε από την φυλακήν άνοιξε μαγαζί εις την Νικηφόρου Θεοτόκη.

Αυτή είναι η ιστορία του Ύψου εδώ και 75 χρόνια.

Τώρα όταν περνάω, δεν καταλαβαίνω ακριβώς σε ποιό μέρος βρίσκομαι, διότι έχουν αλλάξει όλα. »

 

Για την πιστή αντιγραφή

   Κώστας Απέργης