Menu Content/Inhalt
ban-pastf.jpg
Οι αδελφοί Bandiera …

Οι αδελφοί Attilio και Emilio Bandiera που γεννήθηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα στην Ιταλία, προέρχονταν από αριστοκρατική βενετική οικογένεια. Ο πατέρας τους Francesco υπηρετούσε ως διοικητής του αυστριακού στόλου της Μεσογείου και τα δύο αδέλφια φοίτησαν στη Ναυτική Ακαδημία της Βενετίας, από την οποία αποφοίτησαν ως αξιωματικοί του αυστριακού ναυτικού. Οι νέοι αυτοί αξιωματικοί παρά την οικογενειακή τους προέλευση και τις πεποιθήσεις του πατέρα τους, κερδήθηκαν ενωρίς από την υπόθεση της εθνικής αποκατάστασης της Ιταλίας.

fratellibandiera.jpg Έτσι, γύρω στα 1840 ίδρυσαν τη μυστική εταιρεία Esperia με σκοπό να προσηλυτίσουν στην υπόθεση στρατιωτικούς και αστούς. Το καλοκαίρι του 1843 και αφού η ίδρυση της εταιρείας τους είχε ήδη βρει απήχηση στους κύκλους των αξιωματικών του ναυτικού, τα δύο αδέλφια σχεδίασαν και ετοίμασαν την κατάληψη της φρεγάτας Bellona, που ήταν ναυαρχίδα του στόλου της Μεσογείου, με σκοπό να προσεγγίσουν τις ιταλικές ακτές και να υποκινήσουν επανάσταση. Το εγχείρημα όμως προδόθηκε και τα δύο αδέλφια αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην Κέρκυρα, από όπου κατάγονταν η μητέρα τους (Απρίλιος 1843).

Στο μικρό διάστημα που εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα, οι αδελφοί Bandiera έδειξαν αξιοσημείωτη δραστηριότητα, ερχόμενοι σε επαφή με πολλούς από τους συμπατριώτες τους πολιτικούς πρόσφυγες, οι επισημότεροι των οποίων ήταν ο εκπρόσωπος του Giuseppe Mazzini και οι γιατροί Savelli  και Basetti, στο σπίτι των οποίων, στην περιοχή της Άνω Κορακιάνας (σημερινή Γέφυρα Γιατρών) θα βρουν ένα ασφαλές καταφύγιο για να καταστρώσουν τα σχέδιά τους.  

Από τη δραστηριότητα των Bandiera προκύπτει ότι τα δύο αδέλφια απέβλεπαν στη συγκρότηση ολιγάριθμης ομάδας από φυγάδες συμπολίτες τους προκειμένου να μεταβούν στη γειτονική Καλαβρία και να παρακινήσουν το λαό σε εξέγερση.  Όμως , παρά τις προφυλάξεις, η ομάδα που συγκρότησαν, όπως και όλοι εξάλλου οι Ιταλοί πρόσφυγες που είχαν βρει καταφύγιο στην Κέρκυρα παρακολουθούνταν τόσο από τις ξένες προξενικές αρχές όσο και από διάφορους κατασκόπους. Παρόλα αυτά η επιχείρηση δεν θα ματαιωθεί, εξαιτίας της φήμης ότι ήδη ξέσπασε κάποιο κίνημα στην Καλαβρία. Παρότι έγιναν προσπάθειες να μεταπειστούν, τη νύχτα της 12ης  Ιουνίου 1844 η ομάδα Bandiera επιβιβάστηκε από την περιοχή Κανόνι σε πλοίο για τον τελικό της προορισμό, τις ιταλικές ακτές. Προχωρώντας προς το εσωτερικό της χώρας, συγκρούστηκαν με χωρικούς, ενώ ειδοποιήθηκε η αστυνομία.

Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στις 20 Ιουνίου 1844 στην Cosenza, όπου και φυλακιστήκαν. Από αυτούς, δύο μόνο (Boccheciampe και Nivaro) απέφυγαν την εσχάτη των ποινών που επιβλήθηκε στους υπόλοιπους εκτός από τους 2 που είχαν ήδη σκοτωθεί κατά την προηγηθείσα συμπλοκή στο San Giovanni in Fiore. Εννέα μέλη της ομάδας, μεταξύ των οποίων και οι Attilio και Emilio Bandiera θα εκτελεστούν, ενώ οι υπόλοιποι μετά από μικρό διάστημα θα αποφυλακιστούν. Στη σύλληψη και καταδίκη των ανθρώπων αυτών συνέβαλε αποφασιστικά (όπως αναφέρεται σε επιστολή που παραδόθηκε στον Savelli) ο «φίλος που ερχόταν (στη βίλα Εxoria των Γιατρών) με το άλογο», ο Pietro Boccheciampe, ο οποίος με  την αποβίβαση της ομάδας στην ιταλική ακτή χάθηκε από τους συντρόφους του και ξαναπαρουσιάστηκε ενώπιον του Στρατοδικείου. Ο Boccheciampe επιχείρησε να επιστρέψει στην Κέρκυρα, όμως η Ιονική Κυβέρνηση, μπροστά στον κίνδυνο λαϊκών αντιδράσεων δεν τον δέχτηκε. Κατά άλλους, υπεύθυνος τη προδοσίας ήταν ο Nivaro

fratelli_bandiera.jpgΗ επαναστατική ενέργεια των αδελφών Bandiera και των υπολοίπων συντρόφων τους θεωρήθηκε ως πράξη ηρωισμού και αυτοθυσίας, ταυτόχρονα όμως και ως ματαιοπονία. Συνέβαλε όμως αποφασιστικά στην αναζωπύρωση των εθνικών απελευθερωτικών πόθων στη γειτονική χώρα. 

Οι δύο Γιατροί, Savelli  και Basetti, έμειναν για πολύ ακόμα σε αυτή την εξοχική κατοικία, διατηρώντας σχέσεις με τους κατοίκους της περιοχής και προ πάντων με την Κορακιάνα, «που μοίραζε μαζί τους, όπως και με τους αδελφούς Μπαντιέρα, το ψωμί και την εληά, που τους εχτιμούσε και τους προστάτευε». Το παρατσούκλι «Μπαζέτης» που ακούγαμε μέχρι πριν λίγα χρόνια στην Κορακιάνα στο πρόσωπο της μακαρίτισσας Φώτως, της «Φώτως του Μπαζέττη», από εκεί κρατούσε. Ο παππούς της είχε επαφή με τους δύο γιατρούς και οι συγχωριανοί για να τον βρίσκουν πιο εύκολα τον παρονόμαζαν «Μπαζέτη» - «εκείνος που εξυπηρετεί τους γιατρούς, που πηγαίνει κι έρχεται».  

Το κτίριο στο οποίο διέμεναν θα χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού στις 31/12/1975. «Αυτά με γρήγορες και σύντομες γραμμές αν και πολλά θα είχε κανείς να πη ζωντανεύοντας την εικόνα του τότε τοπίου και πως τη γνώριζαν οι παληότεροί μας και που τώρα έχει κάπως αλλάξει. Θυμόμαστε την πρώτη γέφυρα, την ονομαστή, παραδοσιακή, μαρμάρινη, «στο γεφύρι τσου Γιατρώνες», με το ωραίο της τόξο. Παρασύρθηκε και καταστράφηκε από πλημμύρα. Το χάνι, ένα μεγάλο μαγαζί  υπήρχε εκεί που τώρα είναι η είσοδος του χτήματος, με στάβλους, ξενώνα, φούρνο και πηγάδι βαθύ με άφθονο νερό»(Στ. Σγούρος) 

Πηγές:1.«Το μοιραίο εγχείρημα των αδελφών Bandiera» - Α.Χ. Τσίτσα (Δημοσιεύματα Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών) 2.«Οι Γιατρώνες»-άρθρο του Στέφανου Σγούρου στην εφημερίδα «Ο ΚΟΡΑΚΑΣ»

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Locations of visitors to this page
Forecast | Maps | Radar