Menu Content/Inhalt
Για τον Στέλιο Γραμμένο...συνέχεια PDF  | Εκτύπωση |  E-mail
Γράφει ο/η Κβκ   
13.12.08

Συνέχεια από το προηγούμενο σημείωμα της Μαρίας Μαρτζούκου για τη συγγραφική δραστηριότητα του Στέλιου Γραμμένου (Φέρτε). Το κείμενο που ακολουθεί δεν ήταν δυνατόν για τεχνικούς λόγους να συμπεριληφθεί στο προηγηθέν σημείωμα.

Στο απόσπασμα που παρατίθεται, το οποίο προέρχεται από ένα άλλο βιβλίο του κ. Γραμμένου με τίτλο «Γενεαλογίες», περιγράφονται οι προσπάθειες ετήσιας συνάντησης από τα συγκενολόγια της οικογένειας του συγγραφέα, το Κορακιανίτικο και το Σιναραδίτικο, αρκετές δεκαετίες πιρν, στη μέση της διαδρομής ανάμεσα στα δύο χωριά, κάπου στο λιβάδι του Ρόπα...

"[...]Εκείνο όμως που είναι αξιοσημείωτο ως γεγονός, στην έννοια της ικανοποίησης της ανάγκης για επικοινωνία μεταξύ των συγγενών και από τα δυο μέρη, και που έχει μείνει ανεξίτηλα γραμμένο στη μνήμη μου, είναι οι ομαδικές συναντήσεις που προγραμματίζονταν, διοργανώνονταν και πραγματοποιούνταν μια ή και δυο φορές ακόμα το χρόνο, σε ορισμένο σημείο στο λιβάδι του Ρόπα, που είναι στο μέσον περίπου της αποστάσεως μεταξύ των δύο χωριών, Κορακιάνας και Συναράδων.

Οι συναντήσεις δε αυτές, απ' ότι μπορώ να φανταστώ, ήταν το γεγονός της χρονιάς και για τα δύο μέρη, που έδινε μια ξεχωριστή νότα στην καθημερινότητα των ανθρώπων εκείνων και στις οποίες συμμετείχαν όχι μόνο οι συγγεννείς, στενοί και μη, αλλά και γείτονες και φίλοι και από τα δύο χωριά. Έτσι, αφού προσδιοριζόταν, ύστερα από συνεννόηση, η ημερομηνία της συνάντησης, άρχιζε η προετοιμασία από μέρες πριν, και οι κουβέντες για το πως και το γιατί του κάθε τι που είχε σχέση με το γεγονός αυτό έδιναν και έπαιρναν.

Από βραδύς της προηγούμενης είχαν ετοιμαστεί τα πάντα, κυρίως τα φαγητά και τα δώρα που θα αντάλλασσαν μεταξύ τους και την άλλη μέρα, χαράματα, η κουστωδία ξεκινούσε, δεκαπέντε έως είκοσι άτομα από κάθε πλευρά καβάλα στα μεταφορικά τους μέσα της εποχής, δηλαδή στα γαϊδούρια και στα άλογά τους, αφού προηγούμενα είχαν ξεσηκώσει τη γειτονιά στο πόδι.

Οι κουβέντες, τα αστεία και τα πειράγματα έδιναν και έπαιρναν καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής και όταν τελείωναν αυτά, άρχιζαν τα τραγούδια.

Ήταν θαυμάσιο το θέαμα να βλέπει κανείς εκείνη την πολύβουη και πολύχρωμη ομάδα της κάθε πλευράς από άντρες και γυναίκες κάθε ηλικίας καβάλα στα ζώα τους και στολισμένους με τα καλά τους, να διασχίζουν με τόσο χαρούμενη διάθεση τους δρόμους και τα μονοπάτια που οδηγούσαν στον τόπο της κοινής τους συνάντησης, στο όνομα της πραγματοποίησης του γεγονότος αυτού που ζούσαν, και που για έναν ολόκληρο χρόνο είχαν ονειρευτεί.

Στις συναντήσεις εκείνες συμμετείχα πάντοτε κι εγώ, πότε από τη μια και πότε από την άλλη πλευρά, απ' όταν θυμάμαι τον εαυτό μου μέχρι και την τελευταία, που έγινε το καλοκαίρι του 1940, πριν δηλαδή από τον πόλεμο.

[...]Η αδημονία όλων δεν περιγράφεται όταν φτάναμε στο επίδικο εκείνο μέρος του δρόμου και περιμέναμε από στιγμή σε στιγμή να φανούν από μακριά οι συνταξιδιώτες της άλλης πλευράς.

Κραυγές χαράς διέσχιζαν την ατμόσφαιρα όταν τέλος ξεπρόβαλλαν στο βάθος του δρόμου.

Νάτοι, νάτοι, φάνηκαν, έρχονται! Οι χαρούμενες φωνές της μιας πλευράς έσμιγαν με τις χαρούμενες κραυγές της άλλης και όλες μαζί πλημμύριζαν το γύρω χώρο στο σημείο εκείνο του λιβαδιού του Ρόπα, τα καλοκαιρινά εκείνα πρωινά.

Τι τρίτσες, το καπέλα, τι μαντήλια εσείονταν και τι χέρια κουνιόνταν στον αέρα εν είδη χαιρετισμού σε όλο αυτό το διάστημα μέχρι να συναντηθούν.

Από τη μια μεριά ξεχώριζαν ήδη οι άσπρες μπόλιες και τα «κατσούλια» στα κεφάλια των γυναικών της Κορακιάνας και από την άλλη τα πολύχρωμα μαντήλια στα κεφάλια των γυναικών των Συναράδων, με εξαίρεση τα τρία «κατσούλια» που φορούσαν οι τρεις Κορακιανίτισες νύφες.

Στην προσπάθειά να εκμηδενίσουν, στη θέα της απέναντι πλευράς, το χρόνο και την απόσταση που τους χώριζε και πλημμυρισμένοι από τη λαχτάρα να ανταμώσουν, όλο και βίαζαν τα ζώα τους να τρέξουν γρήγορα.

Και, επιτέλους, αντάμωναν!

Ξεπέζευαν επί τόπου, καταμεσίς του δρόμου, και αφήνοντας τα ζώα τους, ρίχνονταν ο ένας στον άλλο και άρχιζαν οι αγκαλιές και τα φιλιά. και να τα δάκρυα χαράς και τα ξεφωνητά, που δυνάμωναν στο αντίκρισμα κάποιου που δεν περίμεναν να τον δουν εκεί.

[...]Και όταν όλα αυτά έπαιρναν τέλος, ενώ σιγά σιγά ανηφόριζαν προς το λόφο, άρχιζαν οι αναφορές στα νέα του κάθε χωριού [...]. Ο χρόνος τότε και η απόσταση ήταν διαφορετικά υπολογίσιμα μεγέθη, βλέπετε, αφού δεν υπήρχαν τα τηλέφωνα και τα αυτοκίνητα που στις μέρες μας τα εκμηδενίζουν.

Η όλη κουστωδία τελικά κατέληγε στο πιο ωραίο μέρος που διάλεγαν να περάσουν την ημέρα τους.

[...]Εκεί, αφού ξεφόρτωναν, έστρωναν κουβέρτες στο έδαφος, πάνω στις οποίες εναπόθεταν τα φαγητά και τα λογής γλυκίσματα που είχαν φέρει μαζί τους και με κουβέντα, φαγητό, κρασί, που ήταν συνήθως από τους Συναράδες, σιγανό τραγούδι, συνδυάζοντάς το με αναπολήσεις από το παρελθόν και προγράμματα για μια καινούργια συνάντηση, χαίρονταν ολημερίς τη συντροφιά.

Εγώ, σε όλη τη διάρκεια της συνάντησης, ήμουνα, ως ο πιο μικρός της παρέας, το αντικείμενο της λατρείας όλων. [...].

Και όταν ο ήλιος άρχισε να γέρνει προς τη δύση του, με κρύα καρδιά μάζευαν τα πράγματά τους και κατηφόριζαν το δρόμο που αυτή τη φορά μέσα σε λίγες ώρες είχε μεταβληθεί από σημείο αντάμωσης και χαράς, σε σημείο αποχωρισμού και θλίψης.

Με αγκαλιάσματα και φιλιά πάλι, αλλά και με ευχές για μια νέα συνάντηση, έπαιρνε η κάθε ομάδα το δρόμο της δικής της επιστροφής, με την ευχαρίστηση όμως ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων και με ευχαριστίες προς το Θεό που τους αξίωσε να συναντηθούν ακόμα μια φορά.[...]


Τελευταία ανανέωση ( 06.02.09 )
 
< Προηγ.   Επόμ. >
Locations of visitors to this page
Forecast | Maps | Radar